Κρατική υποχρηματοδότηση ή εσωτερική κακοδιαχείριση; Πού οφείλονται οι παθογένειες των ελληνικών ΑΕΙ;
Γράφει η Νεφέλη Αναστασοπούλου-Ζωντανού
Εξοπλισμός δεκαπενταετίας, εγκαταλελειμμένες εστίες, πτώσεις σοβάδων και φοιτητές που κάθονται στο πάτωμα ενός αμφιθεάτρου χωρίς κλιματισμό είναι μερικές τυπικές εικόνες σε ένα ελληνικό ΑΕΙ.
Παρατηρούμε ένα αξιοσημείωτο παράδοξο: ιδρύματα με υψηλές θέσεις σε παγκόσμιες κατατάξεις που διακρίνονται διεθνώς για το ερευνητικό τους έργο διατηρούν τις επιδόσεις τους σχεδόν αποκλειστικά χάρη στην ατομική προσπάθεια των ανθρώπων τους παρά σε δομική υποστήριξη. Σε ποιους παράγοντες οφείλονται αυτές οι χρόνιες παθογένειες; Τι διαστάσεις έχει η υποχρηματοδότηση και τι ευθύνη φέρουν τα ίδια τα ιδρύματα;
Όσον αφορά την κρατική μέριμνα, τα δεδομένα είναι σαφή: η Ελλάδα όχι μόνο βρίσκεται στο κάτω άκρο της ΕΕ, αλλά σε πολλές μετρικές αποτελεί ακραίο outlier στον αναπτυγμένο κόσμο.
Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα και τη UNESCO, οι δημόσιες δαπάνες για την ανώτατη εκπαίδευση ανά φοιτητή ως προς το κατά κεφαλήν ΑΕΠ την περίοδο 2010- 2019 στην Ελλάδα ήταν 11,2% (τελευταία θέση στην ΕΕ), όταν ο μέσος όρος της ΕΕ ήταν 26,3%, με χώρες όπως Μάλτα και Σουηδία να φτάνουν το 44,4% και 43,2% αντίστοιχα. Η περίοδος αυτή της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων στην Ελλάδα αποτέλεσε βαθύ πλήγμα για τη χρηματοδότηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, η οποία έκτοτε δεν ανέκαμψε ποτέ πλήρως.
Το 2021, η συνολική δημόσια χρηματοδότηση τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα (κρατικοί και ευρωπαϊκοί πόροι) ήταν 1,82 δις. ευρώ, μειωμένη κατά 17,7% σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα του 2008 (Data Brief 2024.1 ΚΕΠΥ/Eurostat). Όχι μόνο η χρηματοδότηση δεν επέστρεψε στα κανονικά της επίπεδα, αλλά παρατηρούμε μια συσσωρευμένη αποεπένδυση.
Ταυτόχρονα, σύμφωνα με την έκθεση OECD Education at a Glance 2025, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα του ΟΟΣΑ μαζί με το Ισραήλ που δαπανά κάτω από 10.000 δολάρια ανά φοιτητή σε δημόσια ιδρύματα (ισοδυναμία αγοραστικής δύναμης - PPP USD).
Η γενική εικόνα τοποθετεί την Ελλάδα σταθερά στις τελευταίες 1-4 θέσεις σχεδόν σε κάθε δείκτη δαπάνης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, σε πολλαπλές περιόδους και σε πολλαπλές ανεξάρτητες πηγές (NCES, Eurostat, ΟΟΣΑ). Ακόμη κι οι υπάρχοντες πόροι, όμως, εγκλωβίζονται σε ένα δύσκαμπτο θεσμικό πλαίσιο.
Αρχικά, η αλόγιστη εξάπλωση τμημάτων την περίοδο 2000-2020 με πολιτικό- τοπικιστικά κριτήρια αντί για ακαδημαϊκό σχεδιασμό δημιουργεί τεράστια σταθερά λειτουργικά έξοδα (γραμματείες, υποδομές κ.λπ.) από ό,τι θα συνέβαινε σε μεγαλύτερες, ενοποιημένες σχολές.
Ακόμη, έχουμε την καθυστερημένη αποφοίτηση: σύμφωνα με στοιχεία ΟΟΣΑ/ΕΘΑΑΕ, μόλις 9,6% των Ελλήνων προπτυχιακών φοιτητών αποφοιτά εντός του κανονικού χρόνου σπουδών (έναντι 23,5% στην ΕΕ και σχεδόν 70% στο Ηνωμένο Βασίλειο). Η παραμονή των φοιτητών δεσμεύει εργαστήρια, διδακτικό χρόνο και διοικητικούς πόρους.
Με 49 φοιτητές ανά διδάσκοντα (Eurostat 2022/ΕΘΑΑΕ 2023), η Ελλάδα καταγράφει με διαφορά τη χειρότερη αναλογία στην Ευρώπη. Συγκριτικά: Λουξεμβούργο: 5:1, Μάλτα/Νορβηγία: 9:1, Κύπρος: 24:1 (2η χειρότερη). Μέρος αυτής της αναλογίας διογκώνεται από τον μεγάλο αριθμό των μη ενεργών φοιτητών. Ωστόσο, ανάλυση του ΑΠΘ/CERN δείχνει ότι ακόμη κι αν διαγραφούν όλοι οι ανενεργοί φοιτητές, η αναλογία πέφτει στο 34:1 και η Ελλάδα παραμένει τελευταία στην ΕΕ.
Σημαντικό είναι επίσης να τονιστεί ότι το 89% των τρεχουσών δαπανών των ελληνικών ΑΕΙ καταλήγει σε αμοιβές προσωπικού, έναντι του μέσου όρου του ΟΟΣΑ 68% (OECD, Education at a Glance 2020). Αυτό σημαίνει ότι το εναπομείναν 11% δύσκολα αρκεί για καθημερινά λειτουργικά έξοδα, πόσο μάλλον για συντήρηση υποδομών και εξοπλισμού.
Τέλος, τα πανεπιστήμια υπάγονται στους ίδιους αργούς και δύσκαμπτους κανόνες όπως κάθε δημόσια υπηρεσία. Ο νόμος περί δημοσίων συμβάσεων (Ν. 4412) και οι γραφειοκρατικοί έλεγχοι στους ΕΛΚΕ προκαλούν τεράστιες καθυστερήσεις. Ακόμη κι όταν υπάρχουν ερευνητικά κονδύλια, η γραφειοκρατία συχνά ακυρώνει διαγωνισμούς και δυσκολεύει την απορρόφησή τους. Πέρα από τις ευθύνες της πολιτείας, συχνά προβάλλεται το ζήτημα της κακοδιαχείρισης πόρων από τα ίδια τα ιδρύματα.
Το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Δεκέμβριος 2025) για τη διαχείριση των κληροδοτημάτων αποκάλυψε δομική διοικητική ανεπάρκεια: σχεδόν πλήρης απουσία ελέγχου επί σειρά ετών, λάθη στην καταγραφή περιουσίας, αδρανοποίηση θεσμοθετημένων ελεγκτικών μηχανισμών, έλλειψη στρατηγικού πλάνου, σημαντικό ποσοστό ακινήτων που παραμένει ανεκμετάλλευτο, ενώ σε 41 από τα 78 κληροδοτήματα (53%) δεν υλοποιήθηκαν οι προβλεπόμενες δράσεις (υποτροφίες, βραβεία, χρηματοδοτήσεις) στη διετία που εξετάστηκε. Εκπρόσωπος του ΑΠΘ δήλωσε (Parallaxi Magazine, Νοέμβριος 2023) πως το πανεπιστήμιο πληρώνει ενοίκια για τη στέγαση σχολών ενώ κατέχει αναξιοποίητη ακίνητη περιουσία.
Παράλληλα, καταγράφονται ενίοτε περιστατικά απάτης/κατάχρησης ευρωπαϊκών κονδυλίων, παράνομων πληρωμών μέσω ΕΛΚΕ και απώλειας κονδυλίων λόγω αδράνειας διοίκησης. Βέβαια, ακόμη και οι σοβαρότερες γνωστές περιπτώσεις αθροίζονται σε μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, σε βάθος πάνω από 15 χρόνια, σε ένα σύστημα με ετήσια συνολική δημόσια χρηματοδότηση άνω του ενός δισ. ευρώ.
Τα στοιχεία που συντίθενται οδηγούν σε σαφή συμπεράσματα: η υποχρηματοδότηση και η κακοδιαχείριση λειτουργούν συνδυαστικά, με εντελώς διαφορετικό βαθμό ευθύνης. Η χρόνια συσσωρευμένη υποχρηματοδότηση και η θεσμική ακαμψία αποτελούν τις πρωτογενείς και δομικές αιτίες του προβλήματος, ενώ η εσωτερική κακοδιαχείριση επιβαρύνει την κρίση.
Η πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίζει την παιδεία ως στρατηγική επένδυση για το μέλλον και όχι ως δημοσιονομικό βάρος προς περικοπή. Την ίδια στιγμή, τα ίδια τα πανεπιστήμια πρέπει να διασφαλίσουν ότι κανένα ευρώ, κανένα ταλέντο και καμία ευκαιρία δεν θα χάνεται στον λαβύρινθο της αδράνειας. Μόνο μέσα από αυτή τη διπλή δέσμευση μπορούμε να έχουμε πανεπιστήμια αντάξια των ανθρώπων τους.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου