ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ SPI ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ
ΣΥΝΤΑΓΜΑ 1975 VOL. 5: ΟΙ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ
Γράφει ο Μάνος Κόκκινος
Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για αναθεώρηση του άρθρου 55, παράγραφος 1, του Συντάγματος φέρνει ξανά στην επικαιρότητα ένα παλιό ερώτημα: αρκεί η μείωση του ορίου ηλικίας για το δικαίωμα του εκλέγεσθαι από τα 25 στα 21 έτη, ώστε οι νέοι να αποκτήσουν ουσιαστική παρουσία στα κέντρα λήψης αποφάσεων;
Η πρόταση για αναθεώρηση του άρθρου 55 έχει προκαλέσει αφορμή για πλήθος συζητήσεων καθώς αποτελεί τη σημαντικότερη μεταβολή στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι εδώ και πολλές δεκαετίες. Το όριο των 25 ετών για την εκλογή βουλευτή ισχύει στην Ελλάδα ήδη από το 1844 και διατηρήθηκε σε όλες τις μεταγενέστερες συνταγματικές ρυθμίσεις. Η μείωσή του στα 21 θα αποτελούσε τη σημαντικότερη μεταβολή του συγκεκριμένου δικαιώματος από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους.
Η αλλαγή έχει σαφές κοινωνικοπολιτικό όφελος. Διευρύνει τον κύκλο των υποψηφίων και επιτρέπει σε φοιτητές, νέους επαγγελματίες ή ενεργά μέλη συλλόγων να διεκδικήσουν μια έδρα στη Βουλή. Σε χώρες όπως η Γερμανία (18 έτη), η Γαλλία (18) ή το Βέλγιο (21), αντίστοιχα όρια ισχύουν ήδη χωρίς να έχει καταρρεύσει το πολιτικό σύστημα.
Η Ελλάδα παραμένει από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες με όριο στα 25, μαζί με την Ιταλία (25 για τη Γερουσία, 18 για τη Βουλή) και κάποιες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Συνεπώς, η πρόταση δεν είναι εμφανώς επαναστατική, αλλά μια καθυστερημένη σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Παρ’ όλα αυτά, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι το χαμηλό ηλικιακό όριο δεν αρκεί. Στη Γερμανία, στην τελευταία σύνθεση της Μπούντεσταγκ (2021-2025) υπήρχαν ελάχιστοι βουλευτές κάτω των 25 ετών, αλλά αρκετοί στην ηλικιακή ομάδα 21-30 (π.χ. η Emilia Fester εκλέχθηκε στα 23). Η Γαλλία έχει 31 βουλευτές 21-30 ετών, αριθμός μικρός σε ποσοστό (5,4%) αλλά απόλυτα εντυπωσιακός σε σχέση με την ελληνική πραγματικότητα. Η διεθνής εμπειρία, λοιπόν, δείχνει ότι η μείωση ορίου δεν οδηγεί σε έκρηξη νεανικής εκπροσώπησης, αλλά ούτε είναι άνευ αντικρίσματος: δημιουργεί μικρά αλλά υπαρκτά περιθώρια.
Η καθαρά τυπική σύγκλιση, λοιπόν, δεν εγγυάται ουσιαστική εκπροσώπηση. Ωστόσο, το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι η υποβολή υποψηφιότητας, αλλά οι όροι υπό τους οποίους ένας 21χρονος μπορεί να σταθεί σε ένα κομματικό ψηφοδέλτιο χωρίς να αποτελεί απλώς διακοσμητικό στοιχείο. Η πολιτική συμμετοχή δεν ξεκινά και δεν τελειώνει στην υποβολή ενός ονόματος στη λίστα επικρατείας ή σε μια εκλογική περιφέρεια. Προϋποθέτει πόρους, δικτύωση, χρόνο και ανεξαρτησία.
Ένας νέος 21 ετών που σπουδάζει, ή έχει μόλις μπει στην αγορά εργασίας, σπάνια διαθέτει την οικονομική άνεση ή την κομματική στήριξη που απαιτεί μια προεκλογική εκστρατεία. Αναμφίβολα παρουσιάζεται η εναλλακτική της ένταξης σε ήδη υπάρχουσα κομματική νεολαία, με πλήθος νέων ακόμα και κάτω των 25 ήδη να αναδεικνύεται σε δημοτικές ή περιφερειακές θέσεις.
Όμως η προσέγγιση αυτή αφήνει ανοιχτό το πεδίο για ανησυχητικά δεσμευτική πολιτική καθοδήγηση πλέον σε νεότερο κοινό, χωρίς να είναι απολύτως απαραίτητο για κάθε νέο που πολιτεύεται μέσω υφιστάμενων πολιτικών σχηματισμών.
Το πραγματικό εμπόδιο δεν είναι η ηλικία καθαυτή, αλλά η έλλειψη ουσιαστικής τριβής με την οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας όπου κάθε υποψήφιος καλείται να υπηρετήσει· σε μια χώρα όπου στα 21 οι περισσότεροι είναι οικονομικά εξαρτημένοι, το εκλογικό όριο χάνει μέρος της ουσίας του.
Στην Ελλάδα, όπου η οικονομική αυτονόμηση των νέων καθυστερεί σημαντικά σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (σύμφωνα με σχετική έρευνα του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ σε συνεργασία με την ALCO, όπου το 62% των νέων παραδέχεται ότι εξαρτάται οικονομικά από τους γονείς τους), η υποψηφιότητα στα 21 παραμένει στην πράξη δυσκολότερη από ό,τι υποδηλώνει η συνταγματική πρόβλεψη.
Ακόμη και αν το ηλικιακό όριο μειωθεί, η πρόσβαση στις εκλόγιμες θέσεις των ψηφοδελτίων εξακολουθεί να εξαρτάται από εσωκομματικούς μηχανισμούς που ευνοούν στελέχη με μακροβιότερη πολιτική διαδρομή.
Όσοι κατατάσσονται εναντίον της αλλαγής φέρνουν προσοχή στο γεγονός πως ένας νέος στα 21 δεν έχει αντιμετωπίσει τις ίδιες προκλήσεις και εξ'ού δεν έχει κατακτήσει το ίδιο επίπεδο ωριμότητας με έναν νέο στα 25. Αξίζει να σημειωθεί ότι το δικαίωμα του εκλέγειν (η ψήφος) παρέχεται ήδη από τα 17 έτη. Ένας 17χρονος μπορεί να κρίνει ποιος θα τον κυβερνήσει, αλλά δεν μπορεί να θέσει υποψηφιότητα μέχρι τα 25, μια ασυνέπεια που η προτεινόμενη μείωση στα 21 μόνο μερικώς θεραπεύει.
Η λογική της «πολιτικής ωριμότητας» είναι ασαφής: αν κάποιος είναι αρκετά ώριμος να αποφασίζει ποιος θα τον κυβερνά, γιατί δεν είναι αρκετά ώριμος να κυβερνά ο ίδιος; Η απάντηση των υποστηρικτών της αλλαγής είναι ότι στα 21 η νομική και γνωσιακή ωριμότητα είναι συγκρίσιμη με μεγαλύτερων ηλικιών. Επιπρόσθετα τονίζουν ότι στα 21 έτη η νομική και πολιτική ωριμότητα θεωρείται ήδη επαρκής για την άσκηση σημαντικών δημόσιων ευθυνών.
Η ουσιαστική αλλαγή δεν είναι η ηλικία εισόδου, αλλά η μείωση των ανισοτήτων εισόδου. Χωρίς παράλληλες παρεμβάσεις, όπως στοχευμένη μείωση του εκλογικού παραβόλου για άτομα κάτω των 25 ετών και δυνατότητα προεκλογικής δαπάνης μέχρι ένα όριο χωρίς υποχρέωση κατάθεσης τραπεζικών εγγυήσεων (μέτρα που ήδη εφαρμόζονται σε χώρες όπως η Σουηδία και η Ολλανδία με κατάργηση του εκλογικού παράβολου για νέους υποψήφιους για την ενθάρρυνση νεανικής συμμετοχικότητας), χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των ευκαιριών.
Η πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 55 είναι θεσμικά χρήσιμη και συμβατή με διεθνείς πρακτικές. Δεν είναι, ωστόσο, επαρκής. Η ουσιαστική είσοδος των νέων στην πολιτική απαιτεί άρση των οικονομικών και θεσμικών φραγμών που καθιστούν την υποψηφιότητα πολυτέλεια και όχι δικαίωμα. Η μείωση ορίου είναι εύκολη, αλλά η μείωση των ανισοτήτων εισόδου είναι δύσκολη.
Χρειάζεται εδώ να εξεταστεί και το αντίστροφο επιχείρημα: η υποτιθέμενη «απειρία» ενός 21χρονου μπορεί να είναι πλεονέκτημα, όχι μειονέκτημα. Σε ζητήματα όπως η κλιματική κρίση, η ψηφιακή διακυβέρνηση ή η στεγαστική πολιτική, η έλλειψη δέσμευσης σε παλαιές κομματικές γραμμές επιτρέπει συχνά ριζοσπαστικές προτάσεις. Η οικονομική εξάρτηση δεν εξαφανίζει αυτή τη δυνατότητα· αντίθετα, μπορεί να την οξύνει.
Όπως έδειξε η περίπτωση νέων βουλευτών στο εξωτερικό (π.χ. στη Γερμανία ή την Αυστρία), η έλλειψη «θεσμικής μνήμης» υπήρξε καταλύτης για προτάσεις σε θέματα ψηφιακής πολιτικής. Εάν λοιπόν διαμορφωθεί κατάλληλα το πλαίσιο για κατάθεση υποψηφιότητας ώστε η οικονομική κατάσταση ενός νέου να μην επηρεάζει αρνητικά την ικανότητα του να εκφράσει καινοτόμες ιδέες, τότε ίσως να τονωθεί η επιθυμία συμμετοχής στα κοινά για τη νεολαία.
Συνεπώς η μείωση του ορίου στα 21 έχει αδιαμφισβήτητα τυπική και συμβολική αξία, όμως χωρίς τις παράλληλες παρεμβάσεις που περιγράφηκαν κινδυνεύει να παραμείνει χωρίς ουσιαστικό αντίκτυπο.
Η Βουλή χρειάζεται νεότερες ηλικίες, αλλά ακόμα περισσότερο χρειάζεται συστηματική μεταρρύθμιση: ώστε η ηλικιακή “απειρία” να μην τιμωρείται με ουσιαστικό αποκλεισμό, και η εκλογιμότητα να μην είναι προνόμιο όσων διαθέτουν ήδη ισχυρές διασυνδέσεις. Αυτή είναι η αληθινή ή πρόκληση , και είναι πολύ πιο δύσκολη από μια απλή συνταγματική αναθεώρηση.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου