Επανέκδοση αδειών για ιδιωτικά πανεπιστήμια: Το τέλος μιας σύντομης μάχης ή η αρχή ενός μακροσκελούς πολέμου;
Γράφει ο Μάνος Κόκκινος
Το πρόσφατο νομικό αδιέξοδο γύρω από την ίδρυση των ιδιωτικών πανεπιστημίων ανέδειξε με τρόπο παραδειγματικό τις παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Συγκεκριμένα αφήνει την κυβέρνηση να αυτοπαρουσιαστεί όχι ως ένα όργανο εκσυγχρονισμού αλλά ως ένας μηχανισμός με βλέψη την επιτάχυνση των διαδικασιών χωρίς έγνοια για την λειτουργικότητα. Ταυτόχρονα όμως η αντιπολίτευση αδυνατεί να δράσει συντονισμένα με παλιές αποφάσεις και ασάφειες στις θέσεις των κομμάτων να εμποδίζουν την αναχαίτιση των κυβερνητικών ενεργειών.
Έπειτα από προσφυγή του καθηγητού της Νομικής σχολής Αθηνών Π. Λαζαράτο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το εν λόγω ΣτΕ προέβη στην ακύρωση των αδειών λειτουργίας τριών ιδιωτικών πανεπιστημίων. Η απόφαση αυτή, η οποία ακύρωσε τη διοικητική πράξη ίδρυσης τριών παραρτημάτων ξένων ιδιωτικών πανεπιστημίων, δεν στρέφεται κατά της συνταγματικότητας του νόμου Πιερρακάκη.
Αντιθέτως διατήρησε μια αποστασιοποιημένη στάση, και εστίασε σε συγκεκριμένες παρατυπίες. Πρωτίστως ο αρμόδιος φορέας για την βεβαίωση κατάλληλων κτιριακών υποδομών, παρέλειψε να διαπιστώσει εγκαίρως αν τα παραρτήματα συμμορφώθηκαν με τις δικές του επισημάνσεις ύστερα από επιτόπιους ελέγχους.
Έπειτα, για ένα εκ των ιδρυμάτων, η σύμφωνη γνώμη της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης βασίστηκε σε έκθεση Ειδικής Επιτροπής Αξιολόγησης, μέλος της οποίας διατηρούσε σχέση με τον ενδιαφερόμενο φορέα, δημιουργώντας υπόνοια μεροληψίας κατά το άρθρο 7 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Παρά τη σαφήνεια αυτή, η πολιτική αντιπαράθεση που ακολούθησε λειτούργησε ως φίλτρο παραποίησης της ουσίας, θυσιάζοντας τη μακροπρόθεσμη θεσμική σταθερότητα στην επικαιρότητα της στιγμής.
Η τακτική της κυβέρνησης να προχωρήσει σε ταχεία επαναδειοδότηση δύο εκ των τριών ιδρυμάτων, διορθώνοντας εν πολλοίς τις τυπικές ατέλειες που εντόπισε το δικαστήριο, κινείται εντός των νομικών ορίων, όπως τόνισε η υπουργός Παιδείας Σ. Ζαχαράκη σε σχετική δήλωση.
Παρά την νομιμότητα της πράξης ο χρόνος πραγμάτωσης της, δηλαδή πριν ολοκληρωθούν οι προβλεπόμενοι έλεγχοι, πριν αποφανθούν τα αρμόδια όργανα, πριν ολοκληρώσει το έργο της η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης και πριν ακόμη διαμορφωθεί οριστικά το νέο κανονιστικό πλαίσιο για την επαναξιολόγηση των προγραμμάτων σπουδών, έχει προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις. Πέραν της αντιπολίτευσης η κίνηση αυτή θα έπρεπε να ανησυχεί και όσους φοιτούν στα εν λόγω ιδρύματα καθώς βάζει σε προτεραιότητα την ημερομηνία επαναλειτουργίας αντί την ορθή λειτουργία εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
Παράλληλα, η στάση της αντιπολίτευσης όχι μόνο δεν διαλευκαίνει το τοπίο, αλλά εντείνει τη σύγχυση. Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ) πλέον τάσσεται υπέρ της κατάργησης του νόμου Πιερακάκη και προτείνει ένα εντελώς νέο πλαίσιο διαχείρισης των προαναφερθέντων ιδρυμάτων. Το νέο αυτό πλαίσιο δεν έχει διασαφηνιστεί και κριτικοί από την αριστερά θεωρούν πως η ΕΛΑΣ ουσιαστικά τάσσεται υπέρ της λειτουργίας ιδιωτικών πανεπιστημίων, αρκεί να είναι υπό διαφορετικό καθεστώς από το τωρινό.
Το ΠΑΣΟΚ από την άλλη δηλώνει διαχρονικά υπέρ της λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων, αλλά μόνο μέσω της επίσημης αναθεώρησης του Άρθρου 16 του Συντάγματος και με βάση το σκανδιναβικό παράδειγμα. Όμως παρατηρείται διάφορα μεταξύ της πολιτικής των σκανδιναβικών χώρων όσον αφορά το ζήτημα με την Δανία να αναθέτει την πιστοποίηση των ιδρυμάτων σε ανεξάρτητο συμβούλιο με δυνατότητα ανάκλησης από το κράτος, ενώ η Σουηδία απαγορεύει τη διανομή κερδών παραχωρώντας όμως αυτονομία και δημόσια χρηματοδότηση βάσει φοιτητών.
Η κυβέρνηση επιτίθεται στην αντιπολίτευση τονίζοντας την αδυναμία εύρεσης κοινού τόπου μεταξύ των λοιπών κομμάτων. Συγκεκριμένα ο υπουργός οικονομικών Κ. Πιερρακάκης δήλωσε: «Η ΕΛΑΣ μας λέει πως δεν θα καταργήσει το νομοθετικό πλαίσιο, αλλά δεν θα ψηφίσει την αναθεώρηση του άρθρου 16. Το ΠΑΣΟΚ μας λέει ακριβώς το αντίθετο. Η αντίφαση είναι πια εκκωφαντική, αναμετράται με τις ίδιες της τις θέσεις η αντιπολίτευση»
Στο επίκεντρο αυτής της αντιπαράθεσης βρίσκονται οι φοιτητές, οι οποίοι βρέθηκαν ακούσιοι θεατές ενός θεσμικού εκκρεμούς.
Το ερώτημα εάν το πτυχίο τους θα αναγνωριστεί, εάν τα εξάμηνα σπουδών τους θα προσμετρηθούν ή εάν η οικονομική επένδυση των οικογενειών τους ήταν ασφαλής παραμένει αναπάντητο. Η αβεβαιότητα αυτή δεν αφορά μόνο την τρέχουσα ακαδημαϊκή χρονιά, αλλά στέλνει ένα δυσοίωνο μήνυμα για τη βιωσιμότητα κάθε μελλοντικής μεταρρύθμισης, εφόσον αυτή μπορεί να ανατραπεί με την επόμενη δικαστική ή πολιτική συγκυρία.
Πλήθος φοιτητικών συλλόγων δημοσίων πανεπιστημίων που υποστήριξαν θερμά την ακύρωση των αδειών, ως μέτρο που εξασφαλίζει την αξία του δικού τους πτυχίου, βρίσκονται τώρα σε εξίσου μια αμήχανη θέση καθώς συνειδητοποιούν πως ο αγώνας για ελεύθερο και δημόσιο πανεπιστήμιο δεν μπορεί λήξει με μια μόνο απόφαση.
Αντίθετα η φοιτητική παράταξη του κυβερνητικού κόμματος διατηρεί την στάση της υπέρ των ιδιωτικών πανεπιστημίων, επιμένοντας πως η εξωτερική πίεση της αγοράς θα αναγκάσει τα δημόσια πανεπιστήμια να βελτιωθούν ώστε να συναγωνίζονται με τα ιδιωτικά. Όμως μετά την ακύρωση των αδειών για τους παραπάνω λόγους φαίνεται πως η κατάσταση θα είναι η αντίστροφη με τα ιδιωτικά πανεπιστήμια να μένουν πίσω ποιοτικά σε σχέση με τα δημόσια που υποτίθεται πρέπει να εμπνεύσουν.
Η παρούσα κρίση δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που μια νομοθετική πρωτοβουλία συντρίβεται στα δικαστήρια ή στην πολιτική αντιπαλότητα. Ωστόσο, η διαχείρισή της αναδεικνύει μια διαχρονική αδυναμία: το πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται να λειτουργήσει με γνώμονα τη σταθερότητα και τον σεβασμό των διαδικασιών, όταν η πίεση της στιγμής επιτάσσει ταχύτητα και επικοινωνιακή υπεροχή.
Η απαίτηση για ένα σαφές, κοινά αποδεκτό εκπαιδευτικό πλαίσιο δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα , όχι για την εξυπηρέτηση των κομμάτων, αλλά για τη διασφάλιση εκείνων που εμπιστεύονται το σύστημα για να χτίσουν τη δική τους πορεία. Η όποια λύση, για να είναι βιώσιμη, οφείλει να κινείται στην κατεύθυνση της διαλόγου και της νομικής πληρότητας, αφήνοντας πίσω τις ακροβασίες μιας πολιτικής που μάχεται περισσότερο για την επόμενη είδηση παρά για το μακροπρόθεσμο συμφέρον των νέων.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου