ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ SPI ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ
Γράφει ο Μάνος Κόκκινος
Το παρόν άρθρο εξετάζει την έξαρση της αντιγραφής με τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης στα πανεπιστήμια, παρουσιάζοντας στατιστικά για το φαινόμενο και αναλύοντας τον ρόλο των θεσμών και των διδασκόντων. Αξιολογεί κατά πόσο η λύση βρίσκεται στην τεχνολογική παρακολούθηση, και κατά πόσο στον επανασχεδιασμό των αξιολογήσεων ώστε να καλλιεργούν την κριτική σκέψη.
Η εμφάνιση προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, έχει δημιουργήσει μια νέα, ανήκουστη πρόκληση για την ακαδημαϊκή ακεραιότητα. Αυτό που παλαιότερα απαιτούσε επίπονη έρευνα και χρόνο, σήμερα μπορεί να παραχθεί σε δευτερόλεπτα, με αποτέλεσμα ένα κύμα αντιγραφής που απειλεί να υπονομεύσει την αξία της ίδιας της εκπαίδευσης.
Το φαινόμενο δεν αφορά πλέον μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά τείνει να καταστεί συστημικό, ωθώντας τα πανεπιστήμια σε μια κρίσιμη καμπή: πώς μπορεί να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα όταν ο πειρασμός και η ευκολία της τεχνητής νοημοσύνης είναι τόσο μεγάλα;
Πολυάριθμες μελέτες επιβεβαιώνουν την αλματώδη αύξηση της χρήσης ΤΝ για ακαδημαϊκές εργασίες. Μια πρόσφατη έρευνα του YouGov στο Ηνωμένο Βασίλειο αποκαλύπτει ότι ένας στους επτά προπτυχιακούς φοιτητής έχει υποβάλει εργασία που έχει παραχθεί εν μέρει ή εξ ολοκλήρου από ΤΝ. Παράλληλα, το 89% των φοιτητών φέρεται να χρησιμοποιεί το ChatGPT για να ολοκληρώσει εργασίες του, ενώ η ανομολόγητη χρήση αγγίζει το 50% του φοιτητικού πληθυσμού.
Η έρευνα που διεξήχθη σε ελληνικά πανεπιστήμια από το Deree – The American College of Greece επιβεβαιώνει την τάση, δείχνοντας ότι οι φοιτητές χρησιμοποιούν και εμπιστεύονται το ChatGPT παρά τους περιορισμούς του. Το φαινόμενο λαμβάνει ακόμη πιο δραματικές διαστάσεις σε περιπτώσεις όπως αυτή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, όπου 40 φοιτητές απέτυχαν σε εξέταση λόγω χρήσης ΤΝ, υποβάλλοντας σχεδόν πανομοιότυπες απαντήσεις.
Η ιστορική έρευνα για την αντιγραφή στην Ελλάδα δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο, αλλά η ΤΝ το επιτείνει ριζικά. Φοιτητές επικαλούνται την έλλειψη χρόνου, την πίεση και την απουσία αυστηρών ελέγχων ως βασικές αιτίες για την προσφυγή σε ανέντιμες πρακτικές .
Σε απάντηση, τα πανεπιστήμια στράφηκαν σε ανιχνευτές τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά τους αποδεικνύεται περιορισμένη.
Τα εργαλεία αυτά παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά ψευδώς θετικών και ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων, ιδιαίτερα όταν οι φοιτητές εφαρμόζουν παράφραση ή μετάφραση του παραγόμενου κειμένου. Η δυνατότητα των ΤΝ να παράγουν μοναδικό κείμενο για κάθε ερώτημα καθιστά την ανίχνευσή τους μέσω παραδοσιακού λογισμικού αντιγραφής σχεδόν αδύνατη .
Επιπλέον, ακόμη και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί δυσκολεύονται να διακρίνουν αξιόπιστα το έργο που έχει γραφτεί από άνθρωπο από αυτό που έχει δημιουργηθεί από ΤΝ.
Το συμπέρασμα είναι ότι η λογική του «κυνηγιού» και της τιμωρίας βρίσκεται σε αδιέξοδο. Η προσπάθεια εντοπισμού της αντιγραφής με τεχνολογικά μέσα οδηγεί σε μια άνιση «κούρσα εξοπλισμών», όπου οι ανιχνευτές συνεχώς υστερούν, έναντι των πιο προηγμένων μοντέλων παραγωγής λόγου.
Το ερώτημα ποιος φέρει ευθύνη είναι σύνθετο. Οι φοιτητές είναι υπεύθυνοι για την πράξη τους, ωστόσο συχνά ενεργούν υπό την πίεση μιας κουλτούρας που εξομαλύνει την αντιγραφή ή λόγω άγνοιας για το τι συνιστά πλέον λογοκλοπή. Η έρευνα δείχνει ότι το 95% των φοιτητών γνωρίζει τις συνέπειες της λογοκλοπής, αλλά η πλειοψηφία έχει αντιγράψει τουλάχιστον μία φορά.
Ωστόσο, το βάρος της ευθύνης μετατοπίζεται στους θεσμούς και τους διδάσκοντες. Η έλλειψη σαφών πολιτικών και, κυρίως, η ανυπαρξία κατάρτισης των εκπαιδευτικών δημιουργεί ένα κενό. Μόλις το 17% των καθηγητών αισθάνεται σίγουρο για την κατανόηση της ΤΝ.
Πολλοί διδάσκοντες εκφράζουν δισταγμό, θεωρώντας ότι η χρήση ΤΝ ακόμη και για την προετοιμασία του μαθήματος αποτελεί παραβίαση της ακεραιότητας, με αποτέλεσμα να αποφεύγουν τη συζήτηση και να καθυστερούν την υιοθέτηση μιας νέας παιδαγωγικής.
Η λύση, λοιπόν, δεν είναι η τεχνολογική απαγόρευση, αλλά ο παιδαγωγικός επανασχεδιασμός των αξιολογήσεων.
Πλαίσια όπως το Colloquial Engagement Theory with AI Awareness (CET-AIA) προτείνουν την ενσωμάτωση ερωτήσεων που βασίζονται σε καθημερινά, τοπικά παραδείγματα, τα οποία η ΤΝ αδυνατεί να ερμηνεύσει, ενώ παράλληλα ενισχύουν τη γνωστική εμπλοκή των φοιτητών. Η στρατηγική αυτή επιβεβαιώνεται από εμπειρικές εφαρμογές, όπως στη διδασκαλία Λογιστικής στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ.
Η αντικατάσταση μιας παραδοσιακής έκθεσης με μια εργασία δημιουργίας infographic, που απαιτούσε την αιτιολόγηση και σύνθεση ιδεών, οδήγησε σε σημαντική αύξηση της αυθεντικότητας των εργασιών και ανάπτυξη κριτικής σκέψης, ενώ η χρήση ΤΝ παρέμεινε επικουρική .
Το φαινόμενο της αντιγραφής με τη βοήθεια της ΤΝ δεν είναι μια παροδική κρίση, αλλά μια μόνιμη πραγματικότητα που απαιτεί μια θεμελιώδη αλλαγή νοοτροπίας. Η εστίαση πρέπει να μετατοπιστεί από την τιμωρητική λογική της ανίχνευσης στην ενδυνάμωση των φοιτητών μέσω μιας παιδαγωγικής που προάγει την κριτική σκέψη, τη δημιουργικότητα και την αυθεντική μάθηση.
Το ζήτημα δεν είναι πλέον αν πρέπει να εμπλακούμε με την ΤΝ, αλλά πώς θα το κάνουμε με τρόπο που να διασφαλίζει το ήθος της ακαδημαϊκής κοινότητας, προετοιμάζοντας τους φοιτητές για μια εποχή όπου η ανθρώπινη κρίση θα είναι πολυτιμότερη από μια έτοιμη απάντηση αλγορίθμου .

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου