Γράφει η Νεφέλη Αναστασοπούλου-Ζωντανού
Σε μία σπάνια σύγκλιση, τα κόμματα συμφωνούν ότι το σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων χρειάζεται σοβαρές μεταρρυθμίσεις. Πίσω όμως από αυτή τη φαινομενική ομοφωνία, κρύβεται ένα σχέδιο που τρεις γενιές πολιτικών δοκίμασαν και εγκατέλειψαν, αφήνοντας ανοιχτά δύσκολα ερωτήματα.
Πριν μερικές εβδομάδες, ο Αλέξης Τσίπρας, πρόεδρος του νεοσύστατου ΕΛ.Α.Σ., δεσμεύτηκε για κατάργηση των πανελλαδικών εξετάσεων. Δεν είναι ο μόνος. Η ίδια η κυβέρνηση της ΝΔ προανήγγειλε πρόσφατα το πλάνο του «Εθνικού Απολυτηρίου» («ΕθΑπ»), επιδιώκοντας ένα σύστημα που θα δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στους βαθμούς του Λυκείου και στις σχολικές εξετάσεις.
Τέτοιες συζητήσεις δεν είναι καινούργιες. Η ιδέα ενός Εθνικού Απολυτηρίου είχε σχεδιαστεί από τον Γ. Παπανδρέου (υπ. Παιδείας 1994-96), στο «Νέο Σχολείο» της Άννας Διαμαντοπούλου (2009-12), σε προγράμματα ΠΑΣΟΚ (2008) και ΝΔ (2018), και στο πόρισμα της Επιτροπής Λιάκου επί ΣΥΡΙΖΑ (2016), χωρίς ποτέ να εφαρμοστεί, λόγω έλλειψης πολιτικής συναίνεσης, αντιδράσεων, φόβου, και τεχνικών δυσκολιών.
Η ουσιαστική αντιπαράθεση δεν είναι ιδεολογική. Η κατάργηση των πανελλαδικών όπως τις ξέρουμε έχει γίνει σχεδόν κοινός τόπος στον πολιτικό λόγο. Η διαφωνία επικεντρώνεται στο «πώς», όχι στο «αν». Μετά από τριάντα χρόνια ανακύκλωσης της ίδιας ιδέας, ένα είναι το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντήσει όποιος την προτείνει ξανά: τι θα είναι διαφορετικό αυτή τη φορά;
Ένα κεντρικό επιχείρημα κατά του σημερινού συστήματος είναι ότι η Ελλάδα αποτελεί «εξαίρεση» στον δυτικό κόσμο. Πράγματί, σε πολλές χώρες (π.χ. Γαλλία, Γερμανία, Φινλανδία) βασική προϋπόθεση παραμένει το κρατικό απολυτήριο, που συχνά συνδυάζεται με φάκελο μαθητή ή πρόσθετες εξετάσεις ανά ίδρυμα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ, το μοντέλο είναι πλήρως ολιστικό: εξετάσεις (A- Levels στο ΗΒ, SAT στις ΗΠΑ), βαθμολογίες σχολείου, εξωσχολικές δραστηριότητες, δοκίμια (personal statements), συστάσεις, συνεντεύξεις.
Ενδιαφέρουσα αντίθεση αποτελεί η Κίνα: το «gaokao», μία ενιαία εξέταση με τεράστια πίεση, δέχεται κριτική για υπερβολική έμφαση στην αποστήθιση και διεύρυνση του χάσματος αστικών-αγροτικών περιοχών, και από το 2014 η χώρα προσπαθεί να κινηθεί προς πιο ολιστικό μοντέλο.
Ακόμη, στις περισσότερες δυτικές χώρες υπάρχει το «αυτοδιοίκητο» των πανεπιστημίων, δηλαδή τα ίδια τα πανεπιστήμια ορίζουν τα κριτήρια εισαγωγής και τον αριθμό των εισακτέων. Είναι πράγματι αληθές, λοιπόν, ότι σχεδόν πουθενά αλλού η εισαγωγή δεν κρίνεται αποκλειστικά από μία εξέταση χωρίς να λαμβάνεται κανένας άλλος παράγοντας υπόψη.
Ένα ακόμη επιχείρημα των πολέμιων είναι το βάρος των φροντιστηρίων. Η μέση ελληνική οικογένεια δαπανά εκατοντάδες ευρώ τον μήνα για φροντιστήρια και ιδιαίτερα, δαπάνη που αυξήθηκε κατά 35,7% σε πραγματικές τιμές από το 2021, φτάνοντας το 2023 στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας (έρευνα ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ). Η ιδιωτική δαπάνη για εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι σχεδόν τριπλάσια του μέσου όρου της ΕΕ, με δυσανάλογο βάρος στα χαμηλότερα εισοδήματα. Περίπου το 50% των γονέων δηλώνει ότι οι φροντιστηριακές δαπάνες επιβαρύνουν σοβαρά τον οικογενειακό τους προϋπολογισμό.
Η μεταρρύθμιση του συστήματος, όμως, δεν λύνει αυτομάτως το πρόβλημα της ανάγκης για εξωσχολική υποστήριξη με ουσιαστικό τρόπο. Ακόμη κι αν μια πιο κατανεμημένη αξιολόγηση μειώσει την ένταση του φαινομένου, η ανάγκη για φροντιστηριακή υποστήριξη θα παραμείνει ισχυρή όσο παραμένει ο ανταγωνισμός για περιορισμένες θέσεις.
Ακόμη και στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, που η εισαγωγή βασίζεται σε ολιστικό φάκελο (GPA, εκθέσεις, δραστηριότητες) έχει αναπτυχθεί ολόκληρη βιομηχανία από “college counselors” και εξειδικευμένους συμβούλους. Η ιδιωτική στήριξη δεν εξαλείφεται, απλώς προσαρμόζεται.
Τα επιχειρήματα υπέρ των Πανελλαδικών είναι σημαντικά. Το σύστημα, παρά τις ατέλειές του, θεωρείται σχετικά αδιάβλητο και αξιοκρατικό (κοινά θέματα, ανώνυμη διόρθωση). Αντιθέτως, η ενδοσχολική αξιολόγηση εγκυμονεί τον κίνδυνο «πληθωριστικής» βαθμολόγησης ή ανισοτήτων ανάμεσα σε σχολεία. Ταυτόχρονα, οι πολλαπλές εξετάσεις κατά τη διάρκεια του Λυκείου κινδυνεύουν να γίνουν «τριπλές πανελλαδικές», πολλαπλασιάζοντας την πίεση αντί να τη μειώνουν.
Πώς μπορούμε, λοιπόν, να διασφαλίσουμε ότι ένα νέο σύστημα θα είναι όσο το δυνατόν πιο αδιάβλητο και δίκαιο; Αν η εισαγωγή βασιστεί στους σχολικούς βαθμούς, πώς θα αποφευχθεί το σημερινό φαινόμενο όπου ένας στους τέσσερις αποφοίτους «αριστεύει» λόγω υπερβολικά ευνοϊκής βαθμολόγησης;
Μερικές προτεινόμενες λύσεις είναι ερωτήσεις κλειστού τύπου με αυτοματοποιημένη βαθμολόγηση, ηλεκτρονική αποθήκευση γραπτών με τυχαίους επανελέγχους από εξωτερικούς αξιολογητές, και τράπεζα θεμάτων με αξιολόγηση γραπτών από καθηγητές άλλων σχολείων. Ακόμη κι έτσι, όμως, όσο ο τελικός βαθμός του απολυτηρίου επηρεάζεται από την κρίση των καθηγητών, ο βαθμολογικός πληθωρισμός είναι αναπόφευκτος.
Το αξιοσημείωτο είναι το εξής: μπορεί μαθητές, καθηγητές και γονείς να παραμένουν διχασμένοι, όμως στην πολιτική σκηνή το ερώτημα «διατήρηση ή κατάργηση» αποτελεί εν μέρει ψευτοδίλημμα, αφού σχεδόν κανείς πια δεν υπερασπίζεται το σύστημα στη σημερινή του μορφή. Η πραγματική διαφωνία είναι αν η χώρα διαθέτει τη θεσμική αξιοπιστία να χτίσει κάτι καλύτερο, δεδομένου ότι το ίδιο σχέδιο (Εθνικό Απολυτήριο) ανακυκλώνεται εδώ και τρεις δεκαετίες, και κάθε φορά εγκαταλείπεται ή ανατρέπεται με την αλλαγή κυβέρνησης.
Όποια κατεύθυνση κι αν επιλεγεί τελικά, το κριτήριο αξιολόγησής της δεν πρέπει να είναι επικοινωνιακά συνθήματα («κατάργηση», «αδιάβλητο», «άγχος», «ευρωπαϊκός εκσυγχρονισμός») και απλοϊκοί ρητορικοί αφορισμοί («εξαίρεση στον δυτικό κόσμο», «απαράδεκτο όλα να κρίνονται σε μια εξέταση»), αλλά οι συγκεκριμένοι μηχανισμοί και τεχνικές διασφαλίσεις που τη συνοδεύουν, όπως πώς θα αποφευχθεί η βαθμολογική διόγκωση, πώς θα αποκλιμακωθεί η πολλαπλασιαζόμενη πίεση, και πώς θα διασφαλιστεί το αδιάβλητο της αξιολόγησης. Γιατί το δύσκολο δεν είναι να αναγνωρίσεις τις αδυναμίες ενός συστήματος. Το δύσκολο είναι να παραδώσεις ένα πραγματικά καλύτερο, όχι στα λόγια, αλλά στην πράξη.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου