Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ιδιωτικά πανεπιστήμια: Τι οφείλει να μάθει η Ελλάδα από την περίπτωση της Χιλής;



Γράφει ο Μάνος Κόκκινος


Καθώς η Ελλάδα κινείται προς την κατάργηση του κρατικού μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αξίζει να εξεταστούν οι εμπειρικές διαπιστώσεις σε χώρες που αποπειράθηκαν να κάνουν το ίδιο, με κύριο παράδειγμα την Χιλή όπου 35 χρόνια μετά αποτελεί πλέον τεκμηριωμένη προειδοποίηση.

Τον Μάρτιο του 2024, η Ελλάδα πραγματοποίησε ένα καθοριστικό βήμα προς την αλλαγή του τοπίου της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Με νομοθετική διάταξη που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, επιτράπηκε για πρώτη φορά η ίδρυση παραρτημάτων ξένων, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων στη χώρα, χωρίς ωστόσο να έχει ακόμα αναθεωρηθεί το ιστορικό άρθρο 16 του Συντάγματος, που εξακολουθεί να κατοχυρώνει τυπικά το κρατικό μονοπώλιο. 

Ο νόμος αυτός υπήρξε ένας νομοθετικός δούρειος ίππος που στην πράξη έσπασε το μονοπώλιο, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη συνταγματική αναθεώρηση που βρίσκεται σε εξέλιξη (2025–2026). Η απόφαση αυτή και η επικείμενη αναθεώρηση, δεν είναι ούτε μικρή ούτε τεχνική: είναι μια θεσμική αλλαγή δομικού χαρακτήρα, που επηρεάζει άμεσα την κοινωνική κινητικότητα, την πρόσβαση στις σπουδές και τον ρόλο του κράτους ως εγγυητή του δημόσιου αγαθού. 

Πριν όμως πανηγυρίσουμε ή ανησυχήσουμε, υπάρχει μια χώρα που ήδη έτρεξε αυτό το πείραμα πριν από 45 χρόνια, με τρόπο τόσο ακραίο που έγινε παγκόσμιο μάθημα. Φυσικά κάνουμε λόγο για τη Χιλή της οποίας η περίπτωση έχει κινήσει το ενδιαφέρον της παγκόσμιας ακαδημαϊκής και οικονομικής κοινότητας. Τα ευρήματα σχετικών μελετών δεν είναι θεωρητικά: είναι υπαρκτά, μετρήσιμα και για πολλούς ανησυχητικά. Η ελληνική συζήτηση, αν θέλει να είναι σοβαρή, δεν μπορεί να τα αγνοήσει.

Για να καταλάβει κανείς τη Χιλή, πρέπει πρώτα να καταλάβει ότι δεν υπήρξε ποτέ «σταδιακή» ή «διαβουλευόμενη» ιδιωτικοποίηση. Το χιλιανό μοντέλο δεν γεννήθηκε σε κάποιο think tank μέσα από δημοκρατικό διάλογο. Γεννήθηκε μέσα σε περίπου 48 ώρες μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα της 11 ης Σεπτεμβρίου 1973, όταν ο στρατηγός Αουγούστο Πινοσέτ ανέτρεψε τη δημοκρατική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αλιέντε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η Χιλή είχε ένα από τα πιο κρατικοδίαιτα και καλά οργανωμένα εκπαιδευτικά συστήματα της Λατινικής Αμερικής.

Τα πανεπιστήμια ήταν δημόσια, αυτοδιοικούμενα και χρηματοδοτούνταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από το κράτος. Υπήρχαν ελάχιστα ιδιωτικά ιδρύματα (όπως το Ποντιφικό Καθολικό Πανεπιστήμιο της Βαλπαραΐσο) αλλά ακόμα και αυτά λάμβαναν κρατική επιχορήγηση. Η ιδέα ενός κερδοσκοπικού, ιδιωτικού πανεπιστημίου ήταν κυριολεκτικά ανύπαρκτη. Το πραξικόπημα τα άλλαξε όλα μέσα σε λίγες εβδομάδες. Ο στρατός κήρυξε «κατάσταση πολέμου» στα πανεπιστήμια. Οι εκλεγμένοι πρυτάνεις και κοσμήτορες απομακρύνθηκαν βίαια. Οι πανεπιστημιακές σύγκλητοι διαλύθηκαν. Οι φοιτητικές ομοσπονδίες (όπως η ιστορική FECh στο Πανεπιστήμιο της Χιλής) καταργήθηκαν και όσοι φοιτητές αντιστάθηκαν συνελήφθησαν, βασανίστηκαν ή εξαφανίστηκαν. 

Αυτή η πρώτη φάση (1973-1979) δεν ήταν ακόμα η ιδιωτικοποίηση, ήταν η προετοιμασία του εδάφους. Το καθεστώς εξασφάλισε τον πλήρη διοικητικό έλεγχο, κατέστειλε κάθε συνδικαλιστική έκφραση και δημιούργησε ένα κενό εξουσίας που θα μπορούσε να γεμίσει μόνο από την αγορά. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η ιδιωτικοποίηση των πανεπιστημίων στη Χιλή δεν ήρθε ως αποτέλεσμα κοινωνικής συναίνεσης, αλλά ως αποτέλεσμα βίας, λογοκρισίας και στρατιωτικής επιβολής.

Η πραγματική μεταστροφή ήρθε τη δεκαετία 1980-1990, μέσα από τρεις συγκεκριμένες νομοθετικές πράξεις που η δικτατορία φρόντισε να «σφραγίσει» προτού παραδώσει την εξουσία.

Η πρώτη ήταν το Σύνταγμα του 1980. Γραμμένο υπό την καθοδήγηση των «Chicago Boys» (των Χιλιανών οικονομολόγων που είχαν εκπαιδευτεί από τον Μίλτον Φρίντμαν στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο) το Σύνταγμα εισήγαγε για πρώτη φορά την «Ελευθερία Διδασκαλίας» ως απόλυτο δικαίωμα. Στην πράξη, αυτό σήμαινε δύο πράγματα. Πρώτον, το κράτος έπαυε να είναι ο κύριος πάροχος εκπαίδευσης και γινόταν απλώς επικουρικός : ήταν υποχρεωμένο να χρηματοδοτεί, αλλά όχι να προσφέρει. Δεύτερον, οποιοσδήποτε ιδιώτης μπορούσε πλέον να ιδρύσει πανεπιστήμιο, αρκεί να τηρούσε κάποιες τυπικές προϋποθέσεις. Η εκπαίδευση μετατρεπόταν από κοινωνικό δικαίωμα σε αγαθό που παράγεται και διανέμεται από την αγορά. 

Η δεύτερη και σημαντικότερη τομή ήταν ο Γενικός Νόμος για τα Πανεπιστήμια (Ley General de Universidades) του 1981. Αυτός ο νόμος έκανε τρία πράγματα ταυτόχρονα. Αρχικά, κατακερμάτισε τα ισχυρά δημόσια πανεπιστήμια. Το Πανεπιστήμιο της Χιλής και το Κρατικό Τεχνικό Πανεπιστήμιο, δύο κολοσσοί που συγκέντρωναν την πλειοψηφία των φοιτητών και των ερευνητών, τεμαχίστηκαν σε 17 μικρότερα περιφερειακά ιδρύματα. 

Αυτό είχε διπλό σκοπό: να σπάσει η πολιτική και συνδικαλιστική ισχύς τους, και να τα κάνει πιο ευάλωτα στον ανταγωνισμό της αγοράς. Έπειτα, επέτρεψε ρητά τη δημιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων χωρίς κρατική εξάρτηση. 

Ακόμα, εισήγαγε ένα πρωτοποριακό, και εξαιρετικά επικίνδυνο, σύστημα χρηματοδότησης: το λεγόμενο «κουπόνι» (voucher). Αντί να χρηματοδοτεί τα ιδρύματα απευθείας, το κράτος χρηματοδοτούσε τον φοιτητή. Κάθε φοιτητής είχε ένα «κουπόνι» που μπορούσε να το «εξαργυρώσει» στο πανεπιστήμιο που θα επέλεγε. Αυτό σήμαινε ότι τα πανεπιστήμια ανταγωνίζονταν για να προσελκύσουν όσο το δυνατόν περισσότερους φοιτητές, γιατί όσο περισσότερους είχαν, τόσο περισσότερα χρήματα λάμβαναν. 

Η Τρίτη πράξη ήρθε το 1990, μια μέρα πριν ο Πινοσέτ παραδώσει την εξουσία στη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Ήταν η LOCE (Ley Orgánica Constitucional de Enseñanza). Πρόκειται για έναν νόμο-παγίδα: όριζε με τόσο λεπτομερή και δυσκίνητο τρόπο το εκπαιδευτικό σύστημα, που οποιαδήποτε μελλοντική κυβέρνηση θα χρειαζόταν τεράστια κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να το αλλάξει.

Ήταν το αλεξίσφαιρο γιλέκο του μοντέλου. Και δούλεψε: για δύο ολόκληρες δεκαετίες, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις της Χιλής δεν μπόρεσαν να ανατρέψουν την ιδιωτικοποίηση, μόνο να την τροποποιήσουν οριακά.

Τι απέγινε η Χιλή μετά από τρεις δεκαετίες εφαρμογής αυτού του μοντέλου; Η απάντηση είναι ευρέως γνωστή και προκαλεί έντονο προβληματισμό. Πρώτο και σημαντικότερο αποτέλεσμα: η Χιλή έγινε η πιο ιδιωτικοποιημένη χώρα στον κόσμο όσον αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Το 83% των αποφοίτων προέρχεται σήμερα από ιδιωτικά πανεπιστήμια, ποσοστό που δεν έχει κανένας άλλος στον ΟΟΣΑ. Για να γίνει κατανοητό: σε χώρες όπως η Γερμανία ή η Σκανδιναβία, το αντίστοιχο ποσοστό είναι κάτω από 10%. Αλλά το ποσοστό από μόνο του δεν λέει τίποτα. Αυτό που λέει είναι το πώς χρηματοδοτείται. 

Στη Χιλή, η δημόσια χρηματοδότηση καλύπτει μόλις το 22% των συνολικών δαπανών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 69%. Η διαφορά (47 ποσοστιαίες μονάδες) καλύπτεται από δίδακτρα και, κυρίως, από φοιτητικά δάνεια. Αυτό σημαίνει ότι οι Χιλιανοί φοιτητές και οι οικογένειές τους πληρώνουν απευθείας ένα τεράστιο μέρος του κόστους των σπουδών τους , είτε μέσω άμεσων διδάκτρων , είτε μέσω δανείων που θα αποπληρώνουν για δεκαετίες. 

Δεύτερο αποτέλεσμα, εξίσου σοβαρό: η δημιουργία ενός δυαδικού συστήματος ανισότητας. Στη Χιλή υπάρχουν, πολύ χοντρικά, δύο τύποι πανεπιστημίων. Ο πρώτος είναι ελάχιστα ελίτ ιδρύματα (κρατικά ή ιδιωτικά, υψηλής επιλεκτικότητας) που συγκεντρώνουν τους φοιτητές από πλούσιες οικογένειες, προσφέρουν υψηλής ποιότητας εκπαίδευση και οδηγούν σε καλές θέσεις εργασίας. Ο δεύτερος είναι μια μάζα ιδιωτικών πανεπιστημίων χαμηλής ποιότητας (τα λεγόμενα «universidades de garage»), που δέχονται όποιον μπορεί να πληρώσει ή να δανειστεί, αλλά παρέχουν εκπαίδευση κατώτερη, χωρίς έρευνα, χωρίς βιβλιοθήκες και συχνά χωρίς πλήρους απασχόλησης καθηγητές.

Το χειρότερο είναι ότι αυτά τα χαμηλής ποιότητας ιδρύματα προσελκύουν δυσανάλογα φοιτητές από χαμηλά εισοδήματα, δηλαδή αυτούς που δεν είχαν πρόσβαση στα ελίτ πανεπιστήμια. Έτσι, αντί να κάνει την εκπαίδευση ευκολότερα προσβάσιμη, απλά ενέτεινε την ήδη υπάρχουσα ανισότητα. 

Τρίτο αποτέλεσμα: μαζικές κοινωνικές αντιδράσεις. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι φοιτητές της Χιλής ξεσηκώνονταν περιοδικά. Ο πιο έντονος ξεσηκωμός παρατηρήθηκε το 2011, με τις πολυπληθέστερες φοιτητικές κινητοποιήσεις στην μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας. Εκατοντάδες χιλιάδες φοιτητές κατέβηκαν στους δρόμους του Σαντιάγο και άλλων πόλεων ενωμένοι από ένα σύνθημα: «Δημόσια, δωρεάν και ποιοτική εκπαίδευση». 

Από αυτές τις κινητοποιήσεις αναδείχθηκε μια ολόκληρη γενιά πολιτικών, μεταξύ αυτών ο σημερινός πρόεδρος της Χιλής, Γκαμπριέλ Μπόριτς, ο οποίος ήταν φοιτητικός ηγέτης το 2011. Ως απάντηση στις πιέσεις, από το 2016 και μετά η Χιλή άρχισε σταδιακά να εισάγει δωρεάν φοίτηση για τα φτωχότερα στρώματα. Ωστόσο, η βαθιά ιδιωτικοποιημένη δομή του συστήματος δεν ανατράπηκε. Σήμερα, η Χιλή είναι μια χώρα που προσπαθεί ακόμα να ξηλώσει ό,τι έχτισε.

Η περίπτωση της Χιλής δεν έχει αποκλειστικά ιστορικό ενδιαφέρον. Είναι το πιο ακραίο, το πιο μελετημένο και το πιο αποκαλυπτικό πείραμα ιδιωτικοποίησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην παγκόσμια ιστορία. Η Ελλάδα, φυσικά, δεν είναι Χιλή. Η Ελλάδα έχει διαφορετική παράδοση, διαφορετικούς θεσμούς και, προς το παρόν, διαφορετικό ρυθμιστικό πλαίσιο. 

Ο ελληνικός νόμος του 2024, τουλάχιστον επί χάρτου, μιλά για «μη κερδοσκοπικά» ιδιωτικά πανεπιστήμια και όχι για κερδοσκοπικά. Αλλά το ερώτημα δεν είναι τι γράφει ο νόμος, το ερώτημα είναι πώς θα εφαρμοστεί και τι θα γίνει σε βάθος χρόνου. 

Η Χιλή διδάσκει τρία πράγματα. Πρώτον: αν το κράτος δεν διατηρήσει μια ισχυρή, καλά χρηματοδοτούμενη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση παράλληλα με τα ιδιωτικά ιδρύματα, τότε δημιουργείται ένα δυαδικό σύστημα ανισότητας. 

Δεύτερον: αν η χρηματοδότηση «κολλήσει» στον φοιτητή και όχι στο ίδρυμα, τότε τα πανεπιστήμια ανταγωνίζονται για ποσότητα, συχνά εις βάρος της ποιότητας.

Τρίτον: αν επιτραπεί κερδοσκοπικός χαρακτήρας (ακόμα και εμμέσως), τότε η εκπαίδευση γίνεται εμπόρευμα και οι φοιτητές πελάτες. 

Η Χιλή πλήρωσε βαρύ τίμημα για να μάθει αυτά τα μαθήματα. Η Ελλάδα έχει την πολυτέλεια να τα μελετήσει πριν κάνει τα δικά της βήματα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ιστορία της Χιλής δεν είναι μια θεωρητική προειδοποίηση. Είναι μια ζωντανή, πικρή, τεκμηριωμένη μαρτυρία. Και καλό θα είναι να μην την αγνοήσουμε.

Σχόλια

Δημοφιλή Κείμενα

Επανέκδοση αδειών για ιδιωτικά πανεπιστήμια: Το τέλος μιας σύντομης μάχης ή η αρχή ενός μακροσκελούς πολέμου;

Γράφει ο Μάνος Κόκκινος Το πρόσφατο νομικό αδιέξοδο γύρω από την ίδρυση των ιδιωτικών πανεπιστημίων ανέδειξε με τρόπο παραδειγματικό τις παθογένειες του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Συγκεκριμένα αφήνει την κυβέρνηση να αυτοπαρουσιαστεί όχι ως ένα όργανο εκσυγχρονισμού αλλά ως ένας μηχανισμός με βλέψη την επιτάχυνση των διαδικασιών χωρίς έγνοια για την λειτουργικότητα. Ταυτόχρονα όμως η αντιπολίτευση αδυνατεί να δράσει συντονισμένα με παλιές αποφάσεις και ασάφειες στις θέσεις των κομμάτων να εμποδίζουν την αναχαίτιση των κυβερνητικών ενεργειών.  Έπειτα από προσφυγή του καθηγητού της Νομικής σχολής Αθηνών Π. Λαζαράτο στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το εν λόγω ΣτΕ προέβη στην ακύρωση των αδειών λειτουργίας τριών ιδιωτικών πανεπιστημίων. Η απόφαση αυτή, η οποία ακύρωσε τη διοικητική πράξη ίδρυσης τριών παραρτημάτων ξένων ιδιωτικών πανεπιστημίων, δεν στρέφεται κατά της συνταγματικότητας του νόμου Πιερρακάκη. Αντιθέτως διατήρησε μια αποστασιοποιημένη στάση, και εστίασε σε συγκεκριμένες...

«Η ακροδεξιά παγίδα της Gen Z»

Γράφει η Μαρία Καραντινάκη Τα τελευταία χρόνια η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη είναι όλο και πιο συχνό φαινόμενο. Το target group 18-24 στις ευρωεκλογές, αλλά και στις εθνικές εκλογές των ευρωπαϊκών χωρών, φαίνεται να στρέφεται ολοένα και περισσότερο προς τη δεξιά. Είδαμε την άνοδο του Rassemblement National στη Γαλλία, του Vox στην Ισπανία και του AfD στη Γερμανία.  Αυτό αυτόματα αναιρεί την αντίληψη πως η νεολαία είναι «από τη φύση της» ριζοσπαστική και θα φέρει την αλλαγή στον κόσμο. Τι κάνει όμως τους νέους να στρέφονται προς τις δεξιές αντιλήψεις και εκλογικές επιλογές; Κατά πόσο η προπαγάνδα αποτελεί τη φύση του προβλήματος (όπως πάντοτε γίνεται ιστορικά) και κατά πόσο οι ίδιοι οι νέοι στρέφονται αυτόβουλα προς αυτή; Η άνοδος της ακροδεξιάς κυρίως στις νεανικές ηλικίες αποδεικνύει πως η συστημική απογοήτευση, αντί να μεταβάλλεται σε αριστερή χειραφέτηση, καταλήγει σε συντηρητική και αντιδραστική ψήφο. Ο λόγος της κοινωνικής προπαγάνδας εξηγείται με την οικονομική κατάστασ...

Τελικά το πανεπιστήμιο είναι ένας χώρος ελεύθερης σκέψης και παιδείας ή ένα πρότυπο πειθαρχίας;

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ SPI ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ Γράφει η Μαρία Καραντινάκη Τελικά το πανεπιστήμιο είναι ένας χώρος ελεύθερης σκέψης και παιδείας ή ένα πρότυπο πειθαρχίας; Ενόψει της εξεταστικής, και της κατάστασης άγχους που επικρατεί μέσα στις αίθουσες εν ώρα της εξέτασης, ήρθε στο μυαλό μου το κατά πόσο η διαδικασία τόσο της εξεταστικής αλλά και του τρόπου εξέτασης μας βάζει σε ένα βαθύτερο κοινωνικοπολιτικό στόχαστρο. Πώς η εξεταστική ως ένα «πειθαρχικό μέσο» αντικρούει τη χαρά της μάθησης και έρχεται σε αντίθεση με την όλη φιλοσοφία της ακαδημαϊκής μάθησης; Για όλους μας οι περίοδοι της εξεταστικής είναι μια μορφή «φοιτητικού βασάνου». Το πανεπιστήμιο υποτίθεται πως είναι ένας χώρος ελεύθερης σκέψης, αμφισβήτησης και στοχασμού. Στην πραγματικότητα όμως, η εξεταστική δίνει ένα δυνατό σοκ ρεαλισμού στην ρομαντική σκοπιά της στοχαστικής φιλοσοφίας της μάθησης. Στην εξεταστική τα πράγματα λειτουργούν σε μια γραμμή παραγωγής. Τα έδρανα απομακρυσμένα, επιτηρητές συνεχώς να ελέγχουν για τη σωστή λειτ...

Μείωση ορίου εκλογιμότητας: Ριζοσπαστική πρόταση ή ελλειπής μεταρρύθμιση;

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ SPI ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑ 1975 VOL. 5: ΟΙ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ Γράφει ο Μάνος Κόκκινος Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για αναθεώρηση του άρθρου 55, παράγραφος 1, του  Συντάγματος φέρνει ξανά στην επικαιρότητα ένα παλιό ερώτημα: αρκεί η μείωση του ορίου  ηλικίας για το δικαίωμα του εκλέγεσθαι από τα 25 στα 21 έτη, ώστε οι νέοι να αποκτήσουν  ουσιαστική παρουσία στα κέντρα λήψης αποφάσεων; Η πρόταση για αναθεώρηση του άρθρου 55 έχει προκαλέσει αφορμή για πλήθος συζητήσεων καθώς αποτελεί τη σημαντικότερη μεταβολή στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι εδώ και πολλές δεκαετίες. Το όριο των 25 ετών για την εκλογή βουλευτή ισχύει στην Ελλάδα ήδη από το 1844 και διατηρήθηκε σε όλες τις μεταγενέστερες συνταγματικές ρυθμίσεις. Η μείωσή του στα 21 θα αποτελούσε τη σημαντικότερη μεταβολή του συγκεκριμένου δικαιώματος από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους. Η αλλαγή έχει σαφές κοινωνικοπολιτικό όφελος. Διευρύνει τον κύκλο των υποψηφίων και επιτρέπει σε φοι...

Ελεύθερος πολίτης ή χρήσιμος εργαζόμενος; Η μεγάλη μετατόπιση της εκπαίδευσης

Γράφει η Νεφέλη Αναστασοπούλου-Ζωντανού Τα πανεπιστήμια ολοένα και περισσότερο υποβιβάζουν ανθρωπιστικές σπουδές προς όφελος «χρήσιμων» πτυχίων, κι εμείς καλούμαστε να απαντήσουμε σε ένα διαχρονικό ερώτημα: ποιος είναι ο πρωταρχικός ρόλος της εκπαίδευσης; Η ιδέα ότι η εκπαίδευση οφείλει να διαμορφώνει τον άνθρωπο ως πολίτη και όχι απλώς εργαζόμενο έχει ρίζες στην αρχαία ελληνική έννοια της «παιδείας»: τη διαμόρφωση χαρακτήρα, κρίσης και αρετής.  Η αντίληψη αυτή θεσμοθετήθηκε στα μεσαιωνικά πανεπιστήμια μέσω των «ελεύθερων τεχνών» (liberal arts): του trivium (γραμματική, ρητορική, λογική) και του quadrivium (αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία). Ο όρος «liberal» παρέπεμπε στην εκπαίδευση του ελεύθερου πολίτη, σε αντιδιαστολή με την τεχνική κατάρτιση των δούλων ή των τεχνικών. Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Wilhelm von Humboldt διατύπωσε το ιδεώδες της Bildung: την ολόπλευρη καλλιέργεια του ατόμου, όχι ως μέσο προς κάποιον εξωτερικό σκοπό ...