ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΟΥ SPI ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΕΤΑΣΤΙΚΗ
Γράφει ο Άντρι Ντίσα
Ξυπνάει ένας τυπικός φοιτητής ένα πρωί καλοκαιριού. Με μια μπλούζα μόνο στο κρεβάτι του και με δύο τουλάχιστον τσίμπλες στο μάτι του μετά από μια τέλεια έξοδο για ποτό στο κέντρο της Αθήνας («Εκεί», «Destijl», «Studio 24», «Φράου» ή όπου εσείς βάλετε το μυαλό σας). Ανοίγει την εφαρμογή που έχει για τους βαθμούς των μαθημάτων του, και βλέπει σε ένα μάθημα το νούμερο 4. Το 4 είναι ο βαθμός που βλέπει.
Και πάει η μέρα του για λίγο περίπατο. «Τι θα πω στους γονείς μου;» και «Πώς θα το περάσω;» και «Μα τι έκανα λάθος;» είναι τρεις από τις πολλές ερωτήσεις που κάνει ο ίδιος συνοδευόμενες από τα απαραίτητα γαλλικά για τον καθηγητή, για το μάθημα, για τα θέματα που μπήκαν. Αν όμως ο καθηγητής τον κόβει επειδή «έτσι γουστάρει»; Αυτό το είχα βιώσει τουλάχιστον δύο φορές.
Μόνο που φαίνεται πως έχουμε ένα γενικευμένο φαινόμενο.
Πολλά μαθήματα για τα οποία έχουν βγει βαθμοί έχουν ποσοστά επιτυχίας άνω του 50%.
Με την πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε να πει κανείς ότι «εντάξει, πολλοί δε διάβασαν και πήγανε να τσοντάρουν τελευταία στιγμή τη βάση». Κι όμως, δεν είναι μόνο αυτό. Μάλλον, αυτό πρέπει να είναι το τελευταίο που φταίει σε μια σειρά από άλλα ωραία που συνέβησαν σε αυτήν την εξεταστική.
Να πάρουμε κάποια παραδείγματα;
Στη Φιλοσοφική του ΕΚΠΑ και συγκεκριμένα στο τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, είχαμε μαζικά κοψίματα στα μαθήματα «Ελληνική Ιστορία Α» και «Κλασική Αρχαιολογία Β», τα οποία προκάλεσαν κινητοποίησεις του φοιτητικού συλλόγου. Το ακόμη καλύτερο είναι ότι σε επίδειξη γραπτών που πραγματοποιήθηκε χθες 15/7, ο διδάσκων απάντησε απαξιωτικά σε φοιτήτρια η οποία κόπηκε καθώς είναι αναγκασμένη να δουλεύει αντί να πηγαίνει στα μαθήματα ώστε να καλύψει τα αυξημένα κόστη διαβίωσης της πρωτεύουσας, ότι είναι τουρίστες και ότι δεν τον ενδιαφέρει αν δουλεύει κάποιος/α φοιτητής/τρια. Και αυτό καθώς η ύλη βασίζεται στις... παραδόσεις και όχι στα βιβλία και τις σημειώσεις του eclass.
Στη σχολή ΣΕΜΦΕ του ΕΜΠ, τα ποσοστά αποτυχίας σε «Μηχανική 2» και «Γραμμική Άλγεβρα και Εφαρμογές» του 2ου εξαμήνου ανήλθαν σε 59,4% και 49% αντίστοιχα και ιδίως στο τελευταίο, παρατηρήθηκαν πολλά 3 και 4. Οι φοιτητές εκεί απαιτούν την κανονικοποίηση του ποσοστού.
Στη Νομική του ΑΠΘ, στο μάθημα των Δικαιοπραξιών, παρατηρήθηκαν ποσοστά αποτυχίας άνω του 55%. Σε σχετική κινητοποίηση ο διδάσκων, απαντώντας στην αιτίαση των φοιτητών που τη συνδέουν με την υποχρεωτική παρακολούθηση του μαθήματος καθώς είναι προαπαιτούμενο με αποτέλεσμα να μη δίνουν τη Σύνθεση Αστικού και Ποινικού Δικαίου, ότι υπάρχει «ελλειπής προετοιμασία».
Αυτά είναι μόλις τρία παραδείγματα που δείχνουν ότι τα υψηλά ποσοστά αποτυχίας δεν είναι ένα απλό φαινόμενο που μπορεί να αποδοθεί μόνο σε σκονάκια ή στην ελλειπή προετοιμασία. Υπάρχουν και άλλοι λόγοι που συνθέτουν μια τόσο αποκαρδιωτική εικόνα στις εξεταστικές:
1. Τα φαινόμενα αυθαιρεσίας των διδασκόντων-εισηγητών των θεμάτων. Οι παραπάνω καθηγητές και πολλοί άλλοι έχουν την εντύπωση ότι οι φοιτητές δεν δουλεύουν και ότι έχουν χρόνο αρκετό για να προετοιμαστούν και να δώσουν το μάθημα. Και για αυτό μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν και να επιβάλλουν απαγορεύσεις (τουαλέτα) ή να δυσκολεύουν αρκετά τα θέματα ή να κάνουν micromanagement (σκόπιμη αλλαγή θέσεων ή ανιχνευτές κινητού).
Αυτό είναι αλήθεια μόλις για μια μερίδα φοιτητών, οι γονείς των οποίων, έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν οικονομικά τις σπουδές των παιδιών τους. Οι οποίες στη περίπτωση των δημόσιων πανεπιστημίων είναι ΟΛΑ ΤΑ ΑΛΛΑ εκτός από τα δίδακτρα στα προπτυχιακά, τα οποία δεν υπάρχουν γιατί είναι δωρεάν οι σπουδές (ακόμα). Όμως οι περισσότεροι γονείς στην Ελλάδα, από τα χρόνια του μνημονίου ακόμα, δεν έχουν τη δυνατότητα να τις υποστηρίξουν, οπότε καταλήγουν να εισχωρήσουν στη δεύτερη περίπτωση.
2. Η αναγκαστική δουλειά για τους φοιτητές. Σε μια ευνομούμενη κοινωνία, η δουλειά για τους φοιτητές θα έπρεπε να είναι μια προαιρετική επιλογή και αυτή για να μπορούν να αποκτήσουν εφόδια για την αγορά εργασίας παράλληλα με τις σπουδές τους και τη φοιτητική ζωή που τις συνοδεύει. Στην Ελλάδα, φαίνεται πως είναι μια επιβεβλημένη επιλογή για να τα βγάλουν πέρα όσοι δεν έχουν τη δυνατότητα να υποστηριχθούν είτε από το κράτος είτε από τους γονείς τους.
Και σε αυτήν την επιλογή προχωρούν ακόμη περισσότεροι φοιτητές, ιδίως όταν ο πληθωρισμός στην Ελλάδα για τον φετινό Ιούνιο ανήλθε σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ στο 4,4% και η ανεργία των νέων ηλικίας 15-24 στο 16,8%.
3. Η εντατικοποίηση των σπουδών. Ένα όχι και τόσο αρμονικό μείγμα μέτρων και πρακτικών, όπως οι διαγραφές, τα πειθαρχικά, το εντατικό πρόγραμμα μαθημάτων, οι ασφυκτικές -καμιά φορά- προθεσμίες για τις εργασίες και βεβαίως η εργασία ταυτόχρονα με τις σπουδές, δημιουργούν ένα πλαίσιο άγχους και μόνιμης ανησυχίας για τους φοιτητές οι οποίοι βλέπουν τη φοιτητική ζωή σαν κάτι πιο αγχωτικό από αυτό που φαντάζονταν.
4. Η ελλειπής προετοιμασία. Υπάρχει και ένα κομμάτι φοιτητών οι οποίοι το βλέπουν το θέμα σε μια φάση τύπου «yolo» και αράζουν περιμένοντας τη θεία επιφοίτηση ή τα σκονάκια να τους δώσουν τόπο στο άραγμα και να περάσουν με τη βάση. Θυμηθείτε εκείνο το περιστατικό στο Πανεπιστήμιο Κρήτης όπου ένα μάθημα είχε υψηλά ποσοστά αποτυχίας, επειδή οι φοιτητές έκαναν σκονάκια. Όμως είναι μικρό αυτό το ποσοστό και σίγουρα ευθύνεται λιγότερο για το γεγονός ότι παρατηρούνται υψηλά ποσοστά αποτυχίας.
Όλα αυτά συνηγορούν στο γεγονός ότι η κατάσταση που διαμορφώνεται με τις εξεταστικές στις σχολές είναι μια μικρογραφία του τι συμβαίνει ευρύτερα στην εκπαίδευση. Ωστόσο, το ερώτημα είναι: επιτρέπουμε τα υψηλά ποσοστά αποτυχίας ή παίρνουμε πρωτοβουλίες τόσο οι ίδιοι όσο και οι φοιτητές ως συλλογικότητα ώστε να περιοριστούν τα φαινόμενα που οδηγούν σε αυτά τα ποσοστά;
Υ.Γ. Η φωτογραφία που βλέπετε είναι από την επίσκεψη κυβερνητικού κλιμακίου στην Ιατρική του ΑΠΘ, όπου εκεί -ΑΠΘ- γίνεται προσπάθεια εκσυγχρονισμού των εξετάσεων που δίνουν οι φοιτητές χρησιμοποιώντας τάμπλετ που διαθέτει το ίδρυμα. Μια θετική προσπάθεια -από θέση αρχής- η οποία δεν πρέπει να γίνει αφορμή για επιπλέον αυθαιρεσίες.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου