Γράφει ο Μάνος Κόκκινος
Η πρόταση της Α. Λατινοπούλου για κατάργηση των
φοιτητικών παρατάξεων δεν είναι «αποκομματικοποίηση», είναι φίμωση. Οι κάμερες
και διαγραφές δεν θα φέρουν σταθερότητα, αλλά ακόμα πιο ριζικές, συχνά
παράνομες, μορφές έκφρασης. Κανένα τείχος δεν είναι αρκετά ψηλό ώστε να
απωθήσει αυτόν που ψάχνει γέφυρες.
Τις τελευταίες εβδομάδες, η «Φωνή Λογικής» και η επικεφαλής
της, Αφροδίτη Λατινοπούλου, έχουν θέσει στο επίκεντρο της κριτικής τους το κατά
τους ίδιους δεινότερο πρόβλημα που μαστίζει τα ελληνικά πανεπιστήμια: όχι την
υποχρηματοδότηση των ΑΕΙ, όχι την ανεργία των πτυχιούχων, αλλά την ύπαρξη του
φοιτητικού συνδικαλισμού.
Σε δημόσιες τοποθετήσεις και συνεντεύξεις, η πρόταση που
διατυπώνεται είναι συνοπτικά: άμεση κατάργηση όλων των φοιτητικών παρατάξεων,
απαγόρευση του συνδικαλισμού εντός των ιδρυμάτων, εγκατάσταση καμερών,
υποχρεωτική κάρτα εισόδου και διαγραφές για όσους συμμετέχουν σε καταλήψεις ή επεισόδια.
Για να φέρει αντίρρηση κάνεις στο παραπάνω δεν χρειάζεται
παρά μόνο να υποδείξει τους τρόπους με τους οποίους η πρόταση παρουσιάζεται ως
προβληματική τόσο νομικά, και ιστορικά, όσο και πρακτικά.
Πρωτίστως εμφανίζεται ως οφθαλμοφανέστατα αντισυνταγματική αφού το άρθρο 23 του Συντάγματος ορίζει ρητά πως: «Το κράτος λαμβάνει μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας [...] υπέρ των [...] φοιτητών».
Η
ΕΣΔΑ (άρθρο 11) προστατεύει την ελευθερία του συνέρχεσθαι και του
συνεταιρίζεσθαι. Η απαγόρευση των φοιτητικών παρατάξεων θα προσέκρουε ευθέως σε
συνταγματικές διατάξεις, όπως έχει κρίνει κατ’ επανάληψη το Συμβούλιο της
Επικρατείας (π.χ. ΣτΕ 2046-2047/2022 περί ασύλου).
Η πρόταση για διαγραφές «χωρίς δίκη» παραβιάζει την αρχή της
νομιμότητας των ποινών (άρθρο 7) και το τεκμήριο αθωότητας. Ακόμη και για
αδικήματα εντός πανεπιστημίου, ισχύει η ποινική δικονομία, όχι η διοικητική
αυθαιρεσία.
Εύλογα δημιουργείται το ερώτημα του ποιόν τρόπο σκοπεύει η
Φωνή Λογικής να παρακάμψει τις παραπάνω ρητές διατάξεις του Συντάγματος, και ποια
εγγύηση έχουν οι πολίτες πώς θα περιοριστεί σε αυτές;
Επιπλέον αξίζει να εξετάσουμε προηγούμενες απόπειρες
εφαρμογής παρόμοιων μέτρων. Η ελληνική πολιτεία έχει επιχειρήσει στο ιστορικά
να περιορίσει τον φοιτητικό συνδικαλισμό. Στη διάρκεια της Χούντας (1967-1974),
οι φοιτητικές οργανώσεις διαλύθηκαν βίαια, η ΕΦΕΕ τέθηκε εκτός νόμου (αν και
επανασυστήθηκε το 1971 στη προσπάθεια να φιλελευθεροποιηθεί η Χούντα) και
ακολούθησαν διώξεις.
Το αποτέλεσμα δεν ήταν η «ησυχία», αλλά η δημιουργία παράνομων
αντιστασιακών ομάδων και η ριζοσπαστικοποίηση ολόκληρης γενιάς. Η εξέγερση του
Πολυτεχνείου ήταν ακριβώς η απάντηση στην απαγόρευση της συλλογικής έκφρασης.
Συνεπώς η απαγόρευση δεν εξαφανίζει τη διεκδίκηση. Την ωθεί
σε λιγότερο συμβατικές, μη vθεσμικές
μορφές.
Προτού φτάσουμε σε συμπεράσματα χρειάζεται να αναφερθούμε
στην πραγματική κατάσταση του φοιτητικού συνδικαλισμού.
Στις φοιτητικές εκλογές (άνοιξη 2026), η συμμετοχή κυμάνθηκε
γύρω στις 45 χιλιάδες ψήφους πανελλαδικώς, με φανερή έκπτωση σε σχέση με το
2000 όπου καταμετρήθηκαν 65 χιλιάδες ψήφοι συνολικά (σύμφωνα με τη νΚΑ). Η
πλειοψηφία των φοιτητών δεν συμμετέχει σε παράταξη. Το γεγονός αυτό δεν
δικαιολογεί απαγόρευση, αλλά θέτει ένα υπαρκτό ερώτημα: γιατί τόσο μεγάλη
αποχή;
Οι απαντήσεις που
σπάνια δίνονται από τους ίδιους τους συνδικαλιστές έχουν ως εξής: αποσύνδεση
παρατάξεων από καθημερινά προβλήματα (έλλειψη δωρεάν συγγραμμάτων, λειτουργία
γραμματειών, στέγαση), κομματική λογική που συχνά δίνει προτεραιότητα σε
εσωτερικές αντιπαραθέσεις παρά σε διεκδικήσεις, και απουσία διαφάνειας στα
οικονομικά ορισμένων συλλόγων. Η υπεράσπιση του συνδικαλισμού οφείλει να
ενσωματώνει αυτή την κριτική.
Διαφορετικά, η απάντηση στην πρόταση Λατινοπούλου
περιορίζεται σε ηθική καταγγελία δηλαδή ανεπαρκή για να πείσει έναν αδιάφορο ή
απογοητευμένο φοιτητή. Παρά τα προβλήματα του, ακόμα και ένας ατελής
συνδικαλισμός επιτελεί τρεις λειτουργίες που δεν αντικαθίστανται:
1) Διαπραγματευτική ισχύς: Χωρίς παρατάξεις, οι επιτροπές
σπουδών, οι σύγκλητοι και οι πρυτάνεις αποφασίζουν χωρίς αντίβαρο. Οι ατομικές
αναφορές ενός φοιτητή έχουν μηδενική βαρύτητα έναντι οποιουδήποτε μέτρου.
2) Μάθηση δημοκρατίας: Η συμμετοχή σε γενικές συνελεύσεις, η
εκλογική διαδικασία, η συγγραφή ψηφισμάτων, ακόμη και η ήττα, είναι ανεκτίμητη
πολιτική παιδεία που δεν διδάσκεται σε αμφιθέατρο.
3) Ταχύτητα αντίδρασης: Όταν ανακοινώνεται αιφνίδια
κατάργηση ενός προγράμματος σπουδών, την περίπτωση του Τμήματος Μηχανικών
Πληροφορικής του ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας (2019), μόνο μια οργανωμένη παράταξη
μπορεί να κινητοποιήσει άμεσα.
Συμπερασματικά, η μεταρρύθμιση υπερτερεί της κατάργησης ως
λύση στα προβλήματα που παρουσιάζονται. Η πρόταση Λατινοπούλου δεν είναι απλώς
μία ακόμη πολιτική ακρότητα. Είναι ένα τεστ για την ίδια την ιδέα του
πανεπιστημίου.
Αν φοβόμαστε τους φοιτητές που οργανώνονται, αν τους απαντάμε με κάμερες και διαγραφές αντί για διάλογο, τότε δεν έχουμε πανεπιστήμιο, έχουμε εκπαιδευτήριο συμμόρφωσης. Το αντίθετο του αυταρχισμού, δεν είναι η ανομία. Είναι η απαίτηση για λειτουργικό, διαφανή και υπεύθυνο συνδικαλισμό. Μια απαίτηση που απευθύνεται εξίσου στην κυβέρνηση, τις πρυτανικές αρχές και τους ίδιους τους φοιτητές.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου