του Άντρι Ντίσα
Το παρακάτω άρθρο είναι άρθρο γνώμης του συντελεστή και σε καμία περίπτωση δεν συμβαδίζει απαραίτητα με τις συντακτικές αποφάσεις του Student Politics Insighters.
Η φετινή 52η επέτειος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, η οποία έβαλε τα θεμέλια για το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας που εγκαθιδρύθηκε το 1967, ήταν για τον γράφοντα η αφορμή να συζητήσουμε ξανά, το τι συνιστά μια ορθώς λειτουργική κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Αυτή η συζήτηση νοείται να γίνει έχοντας όλους τους πολιτικούς παίκτες στο ίδιο τραπέζι και στο ίδιο μετερίζι. Πολιτικοί παίκτες νοούνται η κυβέρνηση, η αξιωματική αντιπολίτευση, η ελάσσονα αντιπολίτευση, τα συνδικάτα, οι φοιτητικοί σύλλογοι, τα σωματεία, τα πανεπιστήμια, τα μέσα ενημέρωσης. Αυτοί λογίζονται ως πολιτικοί παίκτες.
Μόνο που 52 χρόνια μετά, αυτοί οι πολιτικοί παίκτες δεν παίζουν «παιχνίδι» από την ίδια θέση. Η κυβέρνηση έχει πάρει το αλυσοπρίονο αλά Χαβιέρ Μιλέι και «πριονίζει» πρακτικά πολλές από τις εναπομείνασες προστασίες και δικαιώματα που κατοχυρώνει το Σύνταγμα του 1975, όπως τροποποιήθηκε το 2019, όπως το δικαίωμα στο 8ωρο, το πανεπιστημιακό άσυλο, η ανεξαρτησία των μέσων ενημέρωσης, οι προστασίες απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία, το δικαίωμα του συνέρχεσθαι.
Από την άλλη, τόσο η αξιωματική όσο και η ελάσσονα αντιπολίτευση, όχι μόνο εμφανίζονται αλλά και είναι αδύναμες να εφαρμόσουν ένα εναλλακτικό σχέδιο το οποίο να βρίσκει τον κόσμο να συμφωνεί. Ένα σχέδιο που θα βάζει τον αδύναμο στο ίδιο τραπέζι με τον ισχυρό και θα έχει όχι μόνο αγοραστική δύναμη, κάτι που είναι απαραίτητο στο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά και την ικανότητα να μπορεί να ασκεί τα δικαιώματά του ως πραγματικά ελεύθερος πολίτης. Ένα σχέδιο που να απαντά στα οξυμένα προβλήματα που υπάρχουν στη παιδεία, την υγεία, τις μεταφορές, τη δικαιοσύνη.
Για αυτό η Αριστερά και η (Ακρο)Δεξιά πορεύονται με δεκάδες παίκτες σε κάθε πλευρά, αλλά και «μετά Χριστόν προφήτες» όπως οι πρώην πρωθυπουργοί Σαμαράς και Τσίπρας, οι οποίοι ψάχνουν τρόπο να ξαναμπούν σε αυτό το τραπέζι ως συνομιλητές με το σύστημα.
Και για αυτό επίσης, η Αριστερά με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σιχάθηκε πραγματικά να παρακολουθεί ανθρώπους που εκφράζονται στο όνομά της (ΑΡΑΣ) να ξυλοκοπούν έτερους πολιτικούς αντιπάλους, επειδή απλώς δεν τους πάνε (αναρχικοί στη προκειμένη περίπτωση). Και η άλλοτε ηχηρή και άλλοτε σιωπηλή αποδοκιμασία της πρώτης, τόσο τη Κυριακή όσο και σήμερα Δευτέρα, από την υγιή πλειονότητα των πολιτών, δείχνει ότι και για την Αριστερά ήρθε η ώρα να επιβάλλει τα όριά της στον πολιτικό διάλογο.
Εν τω μεταξύ, τα συνδικάτα, οι φοιτητικοί σύλλογοι, τα σωματεία και τα πανεπιστήμια, εμφανίζονται πιο αποδυναμωμένα από ποτέ με τις ευλογίες τόσο της κυβέρνησης όσο και των διάφορων «ομάδων» που αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση για τα πιο σημαντικά θέματα που απασχολούν τους φοιτητές ειδικότερα αλλά και τη νέα γενιά γενικότερα. Η όξυνση της καταστολής απέναντι στους φοιτητές, οι διαγραφές, τα πειθαρχικά και η απελευθέρωση «μέσω Λαμίας» της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από το κρατικό μονοπώλιο συνιστούν την καλύτερη περίπτωση οργής.
Και τέλος, τα μέσα ενημέρωσης και η δικαιοσύνη, κάνουν το καλύτερο που μπορούν στις περισσότερες περιπτώσεις, ώστε να λειτουργούν ως «βαλβίδες αποσυμπίεσης» της αυξανόμενης οργής των πολιτών για τα πεπραγμένα της κυβέρνησης. Αυτό το είδαμε ειδικά στη πρώτη κυβέρνηση Μητσοτάκη κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Τώρα, όλο και περισσότερα μέσα ενημέρωσης στέκονται στο ύψος των περιστάσεων αν και αυτό πρέπει να συμβαίνει ανεξαρτήτως χρώματος κυβέρνησης. Η στάση αυτή επιβεβαιώνει όσους μιλούσαν με σκληρή γλώσσα για το γεγονός ότι τα ΜΜΕ δεν έλεγχαν τις κυβερνητικές πολιτικές.
Αν θέλουμε λοιπόν το μήνυμα του Πολυτεχνείου για «ψωμί, παιδεία, ελευθερία» να πάρει ξανά ουσιαστική υπόσταση, τότε πρέπει το ίδιο το πολιτικό σύστημα να περάσει από το μέτρο που επιθυμεί η κυβέρνηση για τους τομείς της δημόσιας ζωής οι οποίοι δεν υποκλίνονται σε κάθε επικοινωνιακή της κίνηση: την αξιολόγηση.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου